Yiannis Mitsokapas

Πότε σταματήσαμε να λέμε αυτό που νιώθουμε;

Δεν έγινε ξαφνικά.

Δεν υπήρξε μια μέρα που ξυπνήσαμε και αποφασίσαμε να κρυφτούμε.

Ήταν κάτι πιο ήσυχο. Πιο ανεπαίσθητο.

Λίγο λίγο.

Ίσως ξεκίνησε τη φορά που είπαμε κάτι και δεν βρήκε χώρο να σταθεί.

Ίσως όταν νιώσαμε ότι εκτεθήκαμε λίγο παραπάνω απ’ όσο αντέχαμε.

Ίσως όταν καταλάβαμε ότι το να είσαι ειλικρινής… δεν είναι πάντα ασφαλές.

Και κάπως έτσι, αρχίσαμε να κρατάμε πράγματα μέσα μας.

Όχι από έλλειψη συναισθήματος.

Αλλά από ανάγκη προστασίας.

Αντικαταστήσαμε το “θέλω να μείνεις” με ένα χαλαρό “ό,τι θες”.

Το “μου λείπεις” έγινε ένα απλό “τι κάνεις;”.

Και το “σ’ αγαπώ” έμεινε κάπου ανάμεσα σε σκέψη και σιωπή.

Δεν σταματήσαμε να νιώθουμε.

Σταματήσαμε να εκφραζόμαστε.

Και όσο περνούσε ο καιρός, μάθαμε να λειτουργούμε έτσι.

Να διαβάζουμε πίσω από λέξεις.

Να ερμηνεύουμε παύσεις.

Να ελπίζουμε ότι ο άλλος θα καταλάβει… χωρίς να πούμε τίποτα.

Αλλά δεν καταλαβαίνουν πάντα.

Γιατί όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι “νιώθουν”,

η αλήθεια είναι ότι χρειάζονται και τις λέξεις.

Και κάπου εκεί γεννιέται μια περίεργη απόσταση.

Όχι γιατί δεν υπάρχει σύνδεση,

αλλά γιατί δεν ειπώθηκε ποτέ καθαρά.

Ίσως τελικά δεν είναι ότι φοβόμαστε να μιλήσουμε.

Ίσως φοβόμαστε τι θα συμβεί αν το κάνουμε.

Ή τι θα συμβεί αν δεν πάρουμε την απάντηση που θέλαμε.

Κι έτσι μένουμε στη μέση.

Με συναισθήματα που υπάρχουν…

αλλά δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Ίσως όμως δεν είναι αργά.

Ίσως κάπου μέσα μας υπάρχει ακόμα εκείνη η εκδοχή που τολμάει.

Που λέει τα πράγματα όπως είναι.

Και ίσως μια μέρα —χωρίς πολλή σκέψη—

να πούμε απλά αυτό που νιώθουμε.

Και αυτή τη φορά… να μείνει.